Σπόροι από …βιολογική γενιά

Μέχρι πρότινος αντιπροσώπευαν ένα διαφορετικό διατροφικό μοντέλο και μια άλλη στάση ζωής. Στις μέρες μας, υπό το βάρος της κλιματικής αλλαγής, των διατροφικών σκανδάλων και με φόντο την ανησυχητική ενεργειακή ανασφάλεια, η οργανική γεωργία και τα βιολογικά προϊόντα αποκτούν νέες διαστάσεις.

Κείμενο: Αριστείδης Αναστόπουλος, Σάντη Κυριακού

βιολογικοί απόροι

Πριν λίγες εβδομάδες η Ευρωπαϊκή Ένωση αποδέχτηκε ένα νέο οικολογικό σήμα με το οποίο θα κυκλοφορούν από εδώ και στο εξής – για την ακρίβεια από τον Ιούλιο που θα τεθεί σε εφαρμογή- όλα τα βιολογικά προϊόντα στο εσωτερικό της. Παράλληλα έχει τεθεί σε εφαρμογή, μαζί με δύο εκδόσεις κανόνων εφαρμογής που κρίθηκαν αναγκαίοι, ο νέος Κανονισμός (ΕΚ) 834/2007 για τη βιολογική παραγωγή και την επισήμανση των βιολογικών προϊόντων. Πρόκειται για μια σημαντική εξέλιξη καθώς για πρώτη φορά διατυπώνονται οι στόχοι και οι βασικές αρχές, οριοθετώντας από την αρχή τη γραμμή αναφοράς και ορίζοντας τη φύση της βιολογικής γεωργίας και των βιολογικών τροφίμων. Παρά το γεγονός ότι ο Κανονισμός, δεν επεκτείνει το πεδίο εφαρμογής του σε κλάδους όπως τα καταστήματα μαζικής εστίασης, τα καλλυντικά και τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, η αγορά αποτιμά θετικά το συγκεκριμένο Κανονισμό. Δυστυχώς την ίδια στιγμή στο μέτωπο των γενετικά τροποποιημένων οργανισμών οι εξελίξεις δεν είναι ευχάριστες καθώς η αφόρητη πίεση που ασκεί στα κοινοτικά όργανα το ‘γκρίζο’ λόμπι των GΜΟ, άρχισε να αποδίδει ‘καρπούς’.

 

Για μια νέα γεωργία

Κατά τις πρόσφατες αγροτικές κινητοποιήσεις που έληξαν με ήττα των αγροτών, μερίδα των τελευταίων έθεσε με ένταση την αλλαγή του αγροτικού μοντέλου της Ελλάδας, ενόψει μάλιστα και των εξελίξεων που θα λάβουν χώρα από το 2013 και αναμένεται να επαναπροσδιορίσουν ακόμα και το ίδιο το επάγγελμα του αγρότη. Πιο συγκεκριμένα, για πρώτη φορά με τόση ένταση και τεκμηριωμένη ανάλυση, τέθηκε το ζήτημα της απεμπλοκής από τη συμβατική γεωργία της ενεργειακής σπατάλης, της χημικής παρέμβασης, των αδηφάγων τραπεζικών δανείων και του φαύλου κύκλου των επιδοτήσεων. «Η ελληνική πρωτογενής παραγωγή βρίσκεται σε οξύτατη κρίση παραγωγικού προσανατολισμού, οι αγρότες σε οικονομικό αδιέξοδο, βλέποντας το εισόδημά τους να μειώνεται κατά 20%, οι καταναλωτές απέναντι σε ακριβά προϊόντα χωρίς διασφάλιση της ποιότητάς τους και η ύπαιθρος στο φάσμα της ερήμωσης» υποστηρίζει στο editorial του τεύχους 52 (Δεκέμβριος 2009) το περιοδικό ΔΗΩ που απηχεί τη φωνή του ομώνυμου φορέα πιστοποίησης. Για πρώτη φορά λοιπόν, το αγροτικό κίνημα που περιόριζε τη δράση του στην πίεση για μεγαλύτερες επιδοτήσεις, συνδέει πλέον τη γεωργία με την επίτευξη καλύτερης ποιότητας ζωής για τους ίδιους τους αγρότες, ασφάλειας για τους καταναλωτές των προϊόντων τους, αποσυνδέει την οικονομική και κοινωνική ευημερία από την αδιάκοπη κατανάλωση φυσικών πόρων και ενέργειας, ενώ φέρνει στο προσκήνιο τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από την παραγωγή τροφίμων.

 

Για τα νέα τρόφιμα

Την ίδια στιγμή, στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, αλλά εσχάτως και στην Ελλάδα, αναζητούνται διέξοδοι από το διατροφικό λαβύρινθο στον οποίο έχει παγιδευτεί ο σύγχρονος άνθρωπος. Η Ελλάδα, όπως και άλλες χώρες παλαιότερα βιώνει το τέλος της ‘αθωότητας’. Η επιμόλυνση του ηλιέλαιου, η παρουσία διοξίνης σε τρόφιμα και προϊόντα που προέρχονται από περιοχές όπου καίγονται ανεξέλεγκτα τα σκουπίδια, η παρουσία υπολειμμάτων φυτοφαρμάκων σε λαχανικά και φρούτα που μας έχουν εκθέσει διεθνώς και οδηγούν στην απαξίωση των ελληνικών προϊόντων, η συνεχιζόμενη χρήση ορισμένων απαγορευμένων αγροχημικών ή η συγκομιδή και η διάθεση προϊόντων στην κατανάλωση χωρίς να τηρείται το χρονικό όριο ‘ασφάλειας’ είναι μερικές από τις σκηνές του διατροφικού θρίλερ που βρίσκεται σε εξέλιξη. Από την άλλη, κανείς δεν γνωρίζει τι μέλλει γενέσθαι με την επιμόλυνση καλλιεργειών από γενετικά τροποποιημένους σπόρους (ΓΤΟ) εφόσον οι τελευταίοι καταφέρουν να σπάσουν το τείχος του αποκλεισμού τους και χρησιμοποιηθούν από κάποιους παραγωγούς εν αγνοία κάποιων άλλων. Μέσα σε ένα τέτοιο πνιγηρό σκηνικό, η βιολογική γεωργία και τα τρόφιμα που παράγει προβάλλουν ως μια από τις πιο αξιόπιστες λύσεις. Η δεύτερη, εξίσου σημαντική αλλά ακόμα μακρινή λύση για τη διαφυγή από την παγίδα είναι η ανάπτυξη ενός συνειδητοποιημένου μαζικού κινήματος καταναλωτών, οι οποίοι ενημερωμένοι, αποφασισμένοι και με τη δύναμη της αγοραστικής επιλογής, θα θέσουν νέους όρους στο λιανεμπόριο, θα δώσουν άλλη προοπτική στη μεταποίηση και θα ξεμπλοκάρουν την πρωτογενή παραγωγή. Άλλωστε αυτοί οι δύο παράγοντες, το καταναλωτικό κίνημα και η βιολογική γεωργία, ευθύνονται σε μεγάλο βαθμό για τη νέα διατροφική πραγματικότητα που βιώνουν πολλά δυτικοευρωπαϊκά κράτη- χωρίς να λείπουν κι εκεί τα προβλήματα.

 

Το ήπιο μοντέλο

Πως μπορεί να αλλάξει η κατάσταση στο πρωτογενές επίπεδο της παραγωγής; Με μια άλλη γεωργία που θα μπορεί να προσφέρει καθαρότερες διαδικασίες, ασφαλέστερα τρόφιμα και δίκαιο εισόδημα στον παραγωγό. Οι προτάσεις που έχουν κατατεθεί (κι ήρθαν και πάλι στην επικαιρότητα με τις πρόσφατες κινητοποιήσεις) είναι πολλές και ενδιαφέρουσες. Όλες τους έχουν ως βάση ένα νέο μοντέλο ήπιας γεωργίας. μοντέλο προσανατολισμένο σε μικρότερες κλίμακες παραγωγής, στη δημιουργία συνεταιρισμών παραγωγών, εναλλακτικών δικτύων διανομής, ενώ προϋποθέτουν, ασφαλώς, κι ένα νέο είδος καταναλωτή. Μέσα σε ένα τέτοιο φόντο, η βιολογική γεωργία και κτηνοτροφία προβάλουν ως η πλέον ενδεδειγμένη λύση για τη διατήρηση των φυσικών πόρων, τον περιορισμό της ενεργειακής σπατάλης και τη συνολική βιωσιμότητα της υπαίθρου. Μέσα στον ορυμαγδό των αντιπαραθέσεων και τα φώτα της κεντρικής πολιτικής σκηνής, οι προτάσεις αυτές πέρασαν σε δεύτερη μοίρα κατά τις πρόσφατες κινητοποιήσεις, αλλά, για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, βρήκαν επιτέλους ένα ευρύ ακροατήριο στις πόλεις και τα χωριά. Δεν είναι τυχαίο ότι οι προτάσεις των νέων αγροτών βρίσκουν ευήκοα ώτα στις περιβαλλοντικές οργανώσεις, τα κοινωνικά κινήματα, τους ακτήμονες και μετανάστες, αλλά και σε ολοένα μεγαλύτερη μερίδα ευαισθητοποιημένων καταναλωτών.

 

Απέναντι στην οικονομική κρίση

Κι ύστερα ήρθε η οικονομική κρίση… Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία οι πωλήσεις βιολογικών προϊόντων το 2009 παρουσιάζουν άνοδο σε μονοψήφιο ποσοστό, ενώ η άνοδος το 2008 (σε σχέση με το 2007) ήταν 11 %- διψήφια ήταν η ανάπτυξη των βιολογικών προϊόντων καθ΄ όλη τη διάρκεια της προηγούμενης δεκαετίας. Υπολογίζεται ότι σήμερα οι πωλήσεις των βιολογιών προϊόντων πλησιάζουν τα 55 δισ. δολάρια παγκοσμίως. Συνδέεται η νέα αντίληψη για την πρωτογενή παραγωγή με τις δραματικές εξελίξεις που λαμβάνουν χώρα σε παγκόσμιο επίπεδο; Ορισμένες πολιτικές δυνάμεις, όπως π.χ. οι Οικολόγοι Πράσινοι πιστεύουν ότι «το σημερινό φαινόμενο της ακρίβειας αντανακλά γενικότερα προβλήματα στο πεδίο των πολιτικών και του μοντέλου ανάπτυξης και η αντιμετώπισή του πρέπει να γίνει λαμβάνοντας υπόψη ταυτοχρόνως τα θέματα της διατροφικής ασφάλειας και της ποιότητας των τροφίμων, μέσα από ολοκληρωμένες πολιτικές σε οικονομικό, φορολογικό, κοινωνικό και θεσμικό επίπεδο». Η αναγωγή δεν είναι προφανής για όλους, αλλά ας το δούμε από την πλευρά του κόστους παραγωγής: η πολιτική που είναι προσανατολισμένη μονομερώς στη συμπίεση του κόστους παραγωγής των τροφίμων έχει οδηγήσει όχι μόνο σε συνολική υποβάθμιση της ποιότητας των τροφίμων, αλλά πολύ περισσότερο σε εγκληματικές πράξεις σε βάρος ανυποψίαστων, αθώων θυμάτων. Αρκεί να θυμηθούμε ορισμένες περιπτώσεις από το πρόσφατο παρελθόν όπως η κρίση του γάλακτος στην Κίνα, η περίπτωση των τρελών αγελάδων στην Αγγλία κι αλλού, τα κοτόπουλα με διοξίνη, τα μαγειρικά λάδια που περιείχαν ορυκτέλαια κ.ά. Κοινός παρονομαστής σε όλα αυτά: η προς τα κάτω συμπίεση του κόστους. Όπως σωστά επισημαίνει το editorial του επίσημου δημοσιογραφικού οργάνου της ΔΗΩ, «η κρίση μπορεί να αποτελέσει ευκαιρία στρατηγικού αναπροσανατολισμού για τον αγροτικό τομέα και την ύπαιθρο γενικότερα. Με δεδομένο ότι η γεωργία της χώρας μας δεν μπορεί να παράγει προϊόντα σε μαζική κλίμακα και χαμηλή τιμή, θα πρέπει να στραφεί στη μικρή, εξειδικευμένη και υψηλής ποιότητας παραγωγή, με βασική κατεύθυνση τη βιολογική γεωργία».

 

Το ερωτηματικό της ενέργειας

Πριν από δύο χρόνια η ανθρωπότητα έζησε μια οξύτατη διατροφική κρίση- για ορισμένους από τους πένητες αυτού του κόσμου εκείνη η κρίση ήταν πολύ πιο οδυνηρή από την παρούσα και το απέδειξαν οι μαχητικές διαδηλώσεις, οι αυθόρμητες εξεγέρσεις και τα εκτεταμένα επεισόδια σε πολλές πρωτεύουσες του Τρίτου Κόσμου που απουσιάζουν την παρούσα περίοδο. Θυμίζουμε ότι η κρίση εκείνη είχε συνδεθεί με την ενέργεια κατά έναν πολύ περίεργο τρόπο: τα βιοκαύσιμα θεωρήθηκαν (κακώς κατά τους περισσότερους) υπεύθυνα για τη διατάραξη της ισορροπίας στην παγκόσμια παραγωγή τροφίμων, καθώς σε ορισμένα σημεία του πλανήτη, μεγάλες γαίες παραγωγής τροφίμων χρησιμοποιήθηκαν για ενεργειακές καλλιέργειες. Κάποιες από τις χώρες που είχαν πρωταγωνιστήσει αρνητικά στην προ διετίας παγκόσμια κρίση τροφίμων (Ινδία, Ταυλάνδη, Νιγηρία κ.ά.), είναι συνεχώς αντιμέτωπες και με τα φαινόμενα φυσικών καταστροφών εξαιτίας της κλιματικής αλλαγής- κι εδώ ο παράγοντας ενέργεια παίζει το δικό του, σημαντικό ρόλο. Η εξασφάλιση αειφορίας αποτελεί σήμερα προτεραιότητα για το ευρωπαϊκό κίνημα υπέρ των βιολογικών προϊόντων. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά ο Christopher Stopes, νέος πρόεδρος του ευρωπαϊκού τμήματος της ΙFAOM – του παγκοσμίου συντονιστικού οργάνου του βιολογικού κινήματος, κατά το πρόσφατο 2ο European Organic Congress (1η Δεκεμβρίου 2009, Βρυξέλες) «για να μπορέσει η παραγωγή τροφίμων να προσαρμοστεί στις μελλοντικές αλλαγές, χρειαζόμαστε επειγόντως πραγματικά αειφόρα συστήματα τροφίμων. Για να δούμε πραγματική πρόοδο στην Ευρώπη, η μελλοντική Κοινή Αγροτική Πολιτική πρέπει να υιοθετήσει στρατηγικές για την αντιμετώπιση μελλοντικών προκλήσεων μέσα από ένα αειφόρο, κοινωνικά δίκαιο και ηθικό σύστημα τροφίμων και γεωργίας. Η βιολογική γεωργία προσφέρει ένα πλήρες μοντέλο» (Δηώ, τεύχος 52). Μπορεί το μοντέλο αυτό να μεταφερθεί στην Ελλάδα; Η εξάρτηση της γεωργίας από τα ορυκτά καύσιμα και οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις των κλιματικών αλλαγών είναι κάτι που αφορά και τους Έλληνες αγρότες. Οι τελευταίοι πρέπει να επανεξετάσουν άμεσα το παραγωγικό μοντέλο μέσα στο οποίο είναι, δυστυχώς, εγκλωβισμένοι. Η ενέργεια θα παίξει κορυφαίο ρόλο τα επόμενα χρόνια, ενώ από παντού ακούγονται φωνές που καλούν όσους χαράσσουν αγροτικές πολιτικές να επαναπροσδιορίσουν τη συνολική ‘εξίσωση παραγωγής τροφής και ενέργειας’. Έτσι, πέρα από τη διατροφική ασφάλεια, το υπ’ αριθμόν ένα αίτημα των καιρών, η εισαγωγή κριτηρίων αειφορίας στην παραγωγή των μέσων διατροφής είναι μια νέα πραγματικότητα που πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη όσοι ασχολούνται με το αγροτικό ζήτημα.

 

Βιολογικά στην Ελλάδα

Μετά την πρώτη γνωριμία και το αναπόφευκτο φλερτ, η σχέση Ελλήνων καταναλωτών και βιολογικών προϊόντων αναβαθμίστηκε τα τελευταία χρόνια και προς αυτή την κατεύθυνση συνέβαλαν τα επώνυμα βιολογικά προϊόντα που διακινούνται κυρίως μέσα από τα εξειδικευμένα καταστήματα, αλλά και το γεγονός ότι τα περισσότερα ελληνικά supermarket, διαισθανόμενα τις δυνατότητες της νέας αυτής κατηγορίας προϊόντων, δημιούργησαν μικρές ‘γωνιές’ ή διακεκριμένα τμήματα πώλησης βιολογικών προϊόντων. Τα τρόφιμα παίζουν το ρόλο της ‘ατμομηχανής’ στον κλάδο, ακολουθούν όμως με αξιώσεις, τα καλλυντικά και τα είδη υγιεινής/ καθαρισμού. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Συνδέσμου Βιομηχανιών Βορείου Ελλάδας, ο τζίρος της αγοράς βιολογικών προϊόντων στην Ελλάδα εκτιμάται ότι κυμαίνεται μεταξύ 70 και 80 εκατ. ευρώ το χρόνο, ενώ περίπου το 50% αυτού του τζίρου αφορά σε εισαγόμενα προϊόντα. Το μείζον πρόβλημα της ελληνικής αγοράς, τουλάχιστον σε πρωτογενές επίπεδο, είναι η απουσία συνεχούς, ορθολογικού και αναπτυξιακού προγράμματος επιδοτήσεων, μέσα από τις οποίες θα στηριχθούν κυρίως οι νέες επενδυτικές προσπάθειες. ΄Ηδη το μεγάλο, φιλόδοξο αλλά αμφισβητούμενο πρόγραμμα ‘Αλέξανδρος Μπαλτατζής’ (στη μνήμη του πρωτοπόρου συνεταιριστή και κεντρώου πολιτικού από τη Ξάνθη), παρουσιάζει καθυστερήσεις και ο κίνδυνος να χαθούν χρήματα από το ΕΣΠΑ είναι ορατός. Η βιολογική γεωργία έχει να καλύψει στην Ελλάδα μεγάλο διάστημα, προκειμένου να συντονιστεί με την αντίστοιχη ευρωπαϊκή και κάθε λεπτό είναι πολύτιμο για την ανάπτυξή της. Και τη δική μας υγεία βεβαίως.